Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Υπάρχει Θεός

Σε έναν βράχο που 'ναι ψηλός
Κάθομαι χάραμα εγώ μοναχός.
Μέσα απ' τη θάλασσα ο ήλιος θα βγει
Τέλεια θα 'ναι ανατολή.

Απολαμβάνω συχνά το θέαμα αυτό
Σαν έρχομαι δω να προσευχηθώ!
Νιώθω γαλήνη μες την καρδιά
Καθώς μιλάω στον Ιεχωβά!

Στο πέλαγος ρίχνω το βλέμμα μου εγώ
Ενώνει η θάλασσα με ουρανό.
Μικρός μα και ήσυχος κυματισμός
Ψιθυρίζει η θάλασσα « ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ».

Και άλλος μάρτυρας το διαλαλεί
Ο αστέρας της νύχτας που δεν έχει κρυφτεί.
Ευχαριστώντας λοιπόν εγώ το Θεό μου,
Θαλάσσια αύρα στο πρόσωπο μου.
Στα χείλη μου νιώθω να 'ναι αλμυρή
Κάποτε το 'νιωσες το ξέρω και συ!

Τον ορίζοντα βλέπω πιο φωτεινό
Κόκκινος έγινε ο ουρανός,
Ξεπροβάλλει απ' τη θάλασσα ήλιος λαμπρός,
Θαρρώ πως φωνάζει «ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ»

Λευκά γλαροπούλια βουτούν με ορμή
Μέσα στη θάλασσα για να βρουν τροφή.
Μια λευκή πινελιά στο γαλάζιο νερό
Η πτήση του γλάρου φανερώνει ΘΕΟ.
Θάλασσα ξέρω εγώ την καρδιά σου
Που δίνει παλμό στα λευκά κύματα σου
«Δύναμη» είναι που παρέχει ζωή
Σε όλα τα πλάσματα που κρύβεις εσύ!

Απόκρημνα βράχια τώρα κοιτώ
Μου αποσπάνε το θαυμασμό
Υπάρχουνε πεύκα μεγάλα πολύ
Χέρι δεν τα 'σπειρε μα βρίσκονται εκεί.

Έχουνε γείρει απ' τον καιρό
Θαλασσινό λες και θέλουν να πιούνε νερό .
Στο βράχο επάνω φυτρώσαν γερά
Σοφία θεού φανερώνουν κι αυτά!

Μεθάω Θεέ μου απ' τη μυρωδιά
Του πεύκου, της θάλασσας, της λυγαριάς,
Και το θυμάρι που 'ν' ανθισμένο
Σε σένα Κυρίαρχε δίνει τον αίνο!

Η πλάση Θεέ μου σε υμνολογεί
Ως και τα άψυχα σου δίνουν τιμή.
Απάντηση δίνουν στον άφρων αυτά
Φωνάζουν « μας έπλασε ο ΙΕΧΩΒΑ»!

Μα εγώ σε εσένα θα δίνω τον αίνο
Αυτό με κάνει ευτυχισμένο.
Μα αν δεν πιστεύεις, για σε δυστυχώς,
Μάτια κι αν έχεις είσαι τυφλός!

Μες την απέραντη δημιουργία
Αλήθεια αισθάνομαι τόσο μικρός
Μα όσο αναπνέω εγώ θα φωνάζω
«κοιτάξτε τριγύρω ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ»!!-

Φως στο Σκοτάδι

Σε μια ομάδα αδελφών με περιορισμούς,
Θέλω να αφιερώσω το ποίημα σε τυφλούς.
Μα θέλω ιδιαίτερα να το αφιερώσω, σε κάποια
που η εμπειρία της μ'έκανε να βουρκώσω.

Συνέλευση περιοχής, θαρρώ η ώρα δέκα,
Στο βήμα ο Μιχαλόπουλος, δίπλα η Νικολέτα.
Την εμπειρία άκουσα με προσοχή εγώ,
Κι έγινε η αιτία για να συγκινηθώ.

Στο ποίημα αυτό, στη θέση σου μπαίνω για λίγο εγώ
μ'αυτό τον ιδιαίτερο τον περιορισμό.
Χρειάστηκε τα μάτια μου πολλές φορές να κλείσω,
Μα κάπου κάπου τ'άνοιγα, το δάκρυ να σκουπίσω.

Τα πάντα είναι δύσκολα, αυτή είν' η αλήθεια
Αφού και για να πιω νερό, χρειάστηκα βοήθεια.
Σκέφτομαι αν γεννιόμουνα μες στη ζωή τυφλός,
Τις καταστάσεις θα 'νιωθα ίσως κάπως αλλιώς.

Μα λέω στον εαυτό μου πως είμαι τυχερός,
Ότι έχω δει δεν είδε ο εκ γενετής τυφλός.
Βεβαίως αν συμβεί αυτό σε νεαρή ηλικία,
Επηρεάζει άμεσα και την ψυχολογία.

Μια απλή διαδρομή που 'κανα με τα πόδια
Έγινε αγώνας αντοχής με φυσικά εμπόδια.
Αν λόγω της ατέλειας έχασα εγώ το φως,
Πιστέψτε ότι αισθάνομαι πως δεν είμαι τυφλός.

Έχω ένα φως μες στην καρδιά και στη διάνοιά μου,
Μου το'δωσε ο Πατέρας μου που βρίσκεται κοντά μου.
Αυτός το χέρι μου κρατά, αυτός με εμψυχώνει
Μου ψιθυρίζει τρυφερά, η ώρα πως ζυγώνει.

Μου λέει, θυμήσου τον Ιησού σαν ήτανε στη γη,
Κοντά του θεραπεύτηκαν κουτσοί μα και τυφλοί.
Μα όλα αυτά προσκίαζαν τι πρόκειται να 'ρθει.

Μα τούτο εδώ το σύστημα είναι του Σατανά,
Μας επιφέρει βλάβες και όλους μας πονά.
Κάποιοι χάσανε τη φωνή, άλλοι την όρασή τους,
Άλλοι χάνουν την ακοή και άλλοι τη ζωή τους.

Εφόσον όλα χάνονται στην ατελή ζωή μας,
Να μη χαθεί, παλεύουμε, στον Γιαχ η υπόστασή μας.
Τα μάτια της διάνοιας κρατούμε καθαρά,
Μην τύχει και θολώσουνε, αλλοίμονο σ'εμάς!

Τότε θα μοιάζουμε μ'αυτούς που ζούνε στο σκοτάδι,
είδαν το δρόμο της ζωής, μα διάλεξαν του Άδη.
Γι'αυτό αγωνιζόμαστε, μη μοιάσουμε μ'αυτούς,
Και ας δυσκολευόμαστε απ'τους περιορισμούς.

Αν και τυφλοί το βλέπουμε το χέρι του Θεού,
Τον κάνουμε να χαίρεται, να λέει Εκεινού
Που ψάχνει αιτία για να βρει, για να τον ονειδίσει,
Ότι δεν τα κατάφερε να μας παροδηγήσει.

Και αυτός δεν είναι άδικος, κρατά λογαριασμό,
Βραβείο θα μας δώσει σε σύντομο καιρό.
Τελειώνοντας το ποίημα αυτό, θέλω να ευχηθώ,
Στο νέο κόσμο του Θεού, όλους σας να σας δω.

Στη Νικολέτα και σ'εσάς που τόσο αγαπώ,
Μια σκέψη του μυαλού μου θέλω να μοιραστώ.
Στα πιο όμορφα ταξίδια μου που'ναι τα νοερά,
φροντίζω να 'χω πάντοτε τα μάτια μου κλειστά.
Τα πιο ωραία πράγματα μπορείς κι εσύ να δεις
Κι ας είν' τα μάτια σου κλειστά, στο λέει ο Ποιητής!!!

Παράθυρο με Θέα

Στο μονοπάτι της φωτιάς και στο στρατί της λησμονιάς

Εκεί που κλαίει ο Βοριάς, έκανες σπίτι γιε μου.

Μα εγώ είμαι εδώ μη λησμονάς πως σ' αγαπώ καλέ μου.

Απ' της ζωής του πηγεμού ξεστράτισες το δρόμο

Σε καλντερίμι βάδισες έξω από τον νόμο.

Το σώμα που σου χάρισα το κέντησες το είδα

Δεν ήταν όμως ζωγραφιά, μια μελανή σελίδα.

Ηθελημένα μ' έσβησες κι από τα όνειρά σου

Μα εγώ δε σ' εγκατέλειψα, γνώριζα την καρδιά σου.

Αυτούς που εμπιστεύτηκες, γιέ μου πού είναι τώρα;

Μαζί σου όλοι στα «καλά» μα μόνος σου στη μπόρα.

Κι αυτοί που πίναν κάποτε νερό στο όνομά σου

Με υποκρισία συζητούν τα «κατορθώματά» σου.

Μα εγώ είμαι πάντα πλάι σου κι ας μη με βλέπεις γιε μου

Στον ώμο μου για στήριγμα ακούμπησε καλέ μου.

Ο κόσμος σα φεγγάρι πολλούς εξαπατά

Είναι λαμπρό, μα αγνοούν τη σκοτεινή πλευρά.

Κι εσύ εξαπατήθηκες γιατί είσαι χωματένιος

Μα η καρδιά σου μαρτυρά, είσαι μετανιωμένος.

Απόδειξη τα δάκρυα είναι κι η προσευχή σου

Και ευτυχώς δεν είν' αργά να σώσεις τη ζωή σου.

Στο δάκρυ της μετάνοιας αισθάνθηκες ωραία

Άνοιξε στο κελί η ψυχή, παράθυρο με θέα.

Τα μάτια κλείσε κι άφησε το νου να ταξιδέψει

Η προσευχή σου άνεμος που θα σε γαληνέψει.

Απ'το παράθυρο αυτό, κοίτα κι αναλογίσου,

Κάποτε ήσουν ελεύθερος, μα δέσμια η ψυχή σου

Κράτα το πάντα ανοιχτό και μην το ξανακλείσεις

Θυμήσου θα 'μαι πάντα εκεί, αν θες να μου μιλήσεις.

Έχε το μάτι σου απλό για νάν το σώμα φωτεινό

και βρες την ευτυχία

Αυτή που χρόνια μάταια γύρευες με μανία.

Τα λόγια μου αγόρι μου κρύψε τα στο μυαλό σου

Ίσως είν'απ'τη μάνα σου, μπορεί κι απ'το Θεό σου.

Εκείνη που σε γέννησε μη λησμονήσεις γιε μου

Το δάκρυ της ξεχείλισε, μια θάλασσα καλέ μου.

Μα σήμερα το δάκρυ της είν'από ευτυχία

Παρότι είσαι κρατούμενος βρήκες ελευθερία.

Σε λίγο θα 'σαι σπίτι σου, θα κλείσει μια σελίδα

Που 'χε τον πόνο, το λυγμό για επικεφαλίδα

Εύχομαι η επόμενη σελίδα νάν ωραία

Να μοιάζει με παράθυρο που 'χει ωραία θέα

Τα βήματά σου στο εξής ζύγισε για καλό σου

Γιατί ο μεγάλος σου εχθρός θα 'ναι ο εαυτός σου!!!!

Αναζητώντας τον Θεό

Μαύρο δάκρυ στάζει η πένα
Καθώς γράφει στο χαρτί,
Περιγράφοντας τον πόνο,
Τον λυγμό του ποιητή.

Όσο χρώμα και να βάλω
Να ‘ν’ το ποίημα χαρωπό,
Μαύρο πέπλο το σκεπάζει
Κι είναι πάλι σκοτεινό!

Άνοιξη ήρθε μα εγώ κρυώνω,
Το φως του ήλιου δεν φτάνει εδώ,
Σαν σε κελί η ζωή μου κλεισμένη,
Θεέ μου ως πότε θα δεινοπαθώ?

Επαναστάτησε το μυαλό μου,
Ένας δραπέτης που τρέχει μακριά,
Μα όπου κι αν πάω μ’ ακολουθούνε,
Της αμαρτίας μου τα δεσμά .

Το δόλιο μου σώμα, σκαρί σκουριασμένο,
Δαρμένο από κύματα ωκεανών,
Από παθήματα βαθιά χαραγμένο,
Αναρωτιέμαι αλήθεια, αξίζει να ζω?

Ρώτησα ανθρώπους με μαύρα ράσα,
Που σκήπτρο κρατούσαν και είχαν γενειάδα,
Θέλημα μου ‘παν πως είναι Θεού,
το δάκρυ της χήρας, του ορφανού.

Θεέ μου συγχώρα με είν’ αμαρτία,
Μα τι τους κρατάς (?), αυτοί ‘ναι θηρία,
Η ίδια Θεέ μου είναι γενιά
Πατέρα της έχει τον Σατανά!

Συγγένεια έχουν Θεέ μου αυτοί
Με ‘κείνους που σκότωσαν το γιο σου στη γη!

Πιστά παραδόσεις ανθρώπων κρατούν,
Τον Άγιο σου λόγο τον αγνοούν
Ίχνος δεν έχουν από ανθρωπιά
Στη θλίψη θανάτου βγάζουν λεφτά!

Ηγέτες, Άρχοντες, Πολιτικοί,
Πως καταντήσατε αυτή τη ζωή!
Υπερηφάνεια, Δόξα κι Εθνικισμός,
Σε μι’ άκρη του νου σας Υπάρχει ο θεός?

Ανάγκη να πάρω ανάσα βαθιά
Μα ο αέρας μολύνθηκε απ’ τα τοξικά.
Νερά π’ αναβλύζανε απ’ τη γη καθαρά,
το θάνατο σπέρνουν απ’ τα χημικά.

Στο Θεό μου ευθύνη δε ρίχνω ,γιατί,
Τον υπεύθυνο βρήκα μες τη γραφή
Λιοντάρι βρυχάται πάνω απ’ τη γη,
Όσιους ψάχνει να καταπιεί.

Η ώρα όμως ζύγωσε ήρθε ο καιρός
Ρομφαία φλεγόμενη να πάρει ο Χριστός!
Λιοντάρι και δαίμονες να αφανίσει,
Τους ουρανούς και τη γη μας να καθαρίσει!

Μα τότε Θεέ μου παρακαλώ,
Καινούργιο ποίημα να γράψω εγώ.
Εικόνες παράδεισου να ‘χει πολλές
Που σήμερα είναι αυτές νοερές.

Και όσοι το ακούνε μαζί με εμένα
Δόξα και Αίνο να δίνουν σε Σένα!!!