Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το Φως της Αλήθειας

Οι άνθρωποι ανέκαθεν φοβόταν το σκοτάδι
Το φως της μέρας ήθελαν δεν θέλανε το βράδυ.
Την πρώτη εκείνη εποχή έφτιαξαν το λυχνάρι
το είχαν για φωτιστικό για καύσιμο είχε λάδι .

Στα χρόνια τα επόμενα εφεύραν φαναράκια
Τ' άναβαν να φωτίζονται τα σκοτεινά σοκάκια.
Κάποιοι από μας προλάβανε τις λάμπες πετρελαίου,
Ήρθαν κι αντικατέστησαν λυχνάρια του ελαίου.

Σαφώς αυτά ανήκουνε όλα στο παρελθόν
Η εποχή που ζούμε είν' των ηλεκτρικών.
Με μία μόνο κίνηση γίνεται η νύχτα μέρα
Τα βράδια είναι φωτεινά δεν προκαλούν φοβέρα.

Σε τούτη δω την εποχή, που 'χουμε την ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ,
και ρεύμα μας παρέχει,
θα ταν κουτό στο σπίτι του, ρεύμα κάποιος μην έχει!

Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που ζούνε στο σκοτάδι
Σνομπάρουν τον ηλεκτρισμό κι ανάβουνε λυχνάρι.
Αυτό βρήκαν απ' τους γονείς κι όχι τεχνολογία
Αλήθεια ευσταθεί για σας τέτοια δικαιολογία;

Ίσως να ξέρετε και σεις κάποιον που 'χει θελήσει
Αυτό που βρήκε απ' τους γονείς να το ακολουθήσει.
«Δεν γίνεται να αλλάξουμε σ' αυτήν την ηλικία,
Εμείς» λεν « γεννηθήκαμε μες την Ορθοδοξία».

Δεν ψάχνουν τι ευαρεστεί τον ύψιστο Θεό
Στης ενορίας τον Παππά δώσαν το ρόλο αυτό!
Όταν μπορούν κάποιοι απ' αυτούς πάνε στην εκκλησία
Ζήτημα αν κατάλαβαν τη «θεία λειτουργία»!

Σκοτάδι έχουν κι άγνοια, αυτή είναι η αλήθεια
Παράδεισο κι ανάσταση τα βλέπουν παραμύθια.
Κηρύττουμε απ' τη γραφή, κι όμως μας λεν προδότες,
Μα μόνο οι δούλοι του Θεού θα ήταν φωτοδότες.

Κι εφόσον έχουμε το φως στα σπίτια τα δικά μας,
Το εκπέμπει ανιδιοτελές ο νους και η καρδιά μας
Κάποιοι το παραδέχονται και λένε με απορία
«Μόνο εσείς ξεχωρίζετε μέσα στην κοινωνία»!

Αιτία η Αγία γραφή είναι που μελετούμε
Για εφαρμογή των νόμων της όλοι μας προσπαθούμε.
Στης Βαβυλώνας ήμασταν κάποτε το σκοτάδι
Μας τρόμαζαν με κόλαση τον πύρινο τον Άδη.

Οι δοξασίες αρκετές και όλες σκοτεινές
και ρίζες όλες έχουνε Βαβυλωνιακές!
Μα κάποιος μας βοήθησε κι έχουμε απαλλαχτεί
Απ' την ψευδή θρησκεία μέσα έχουμε βγει!

Μα υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που 'χουν καλή καρδιά
Που την αλήθεια εκτιμούν και τον Ιεχωβά!
Μελέτη απ' τον λόγο του δέχοντ' αυτοί να κάνουν
Σε δοξασίες ανθρώπινες το χρόνο τους δε χάνουν.

Δείξαν πως αγαπούν το φως μίσησαν το σκοτάδι,
πέταξαν απ' τα σπίτια τους κεράκια και λυχνάρι!

Φως στο Σκοτάδι

Σε μια ομάδα αδελφών με περιορισμούς,
Θέλω να αφιερώσω το ποίημα σε τυφλούς.
Μα θέλω ιδιαίτερα να το αφιερώσω, σε κάποια
που η εμπειρία της μ'έκανε να βουρκώσω.

Συνέλευση περιοχής, θαρρώ η ώρα δέκα,
Στο βήμα ο Μιχαλόπουλος, δίπλα η Νικολέτα.
Την εμπειρία άκουσα με προσοχή εγώ,
Κι έγινε η αιτία για να συγκινηθώ.

Στο ποίημα αυτό, στη θέση σου μπαίνω για λίγο εγώ
μ'αυτό τον ιδιαίτερο τον περιορισμό.
Χρειάστηκε τα μάτια μου πολλές φορές να κλείσω,
Μα κάπου κάπου τ'άνοιγα, το δάκρυ να σκουπίσω.

Τα πάντα είναι δύσκολα, αυτή είν' η αλήθεια
Αφού και για να πιω νερό, χρειάστηκα βοήθεια.
Σκέφτομαι αν γεννιόμουνα μες στη ζωή τυφλός,
Τις καταστάσεις θα 'νιωθα ίσως κάπως αλλιώς.

Μα λέω στον εαυτό μου πως είμαι τυχερός,
Ότι έχω δει δεν είδε ο εκ γενετής τυφλός.
Βεβαίως αν συμβεί αυτό σε νεαρή ηλικία,
Επηρεάζει άμεσα και την ψυχολογία.

Μια απλή διαδρομή που 'κανα με τα πόδια
Έγινε αγώνας αντοχής με φυσικά εμπόδια.
Αν λόγω της ατέλειας έχασα εγώ το φως,
Πιστέψτε ότι αισθάνομαι πως δεν είμαι τυφλός.

Έχω ένα φως μες στην καρδιά και στη διάνοιά μου,
Μου το'δωσε ο Πατέρας μου που βρίσκεται κοντά μου.
Αυτός το χέρι μου κρατά, αυτός με εμψυχώνει
Μου ψιθυρίζει τρυφερά, η ώρα πως ζυγώνει.

Μου λέει, θυμήσου τον Ιησού σαν ήτανε στη γη,
Κοντά του θεραπεύτηκαν κουτσοί μα και τυφλοί.
Μα όλα αυτά προσκίαζαν τι πρόκειται να 'ρθει.

Μα τούτο εδώ το σύστημα είναι του Σατανά,
Μας επιφέρει βλάβες και όλους μας πονά.
Κάποιοι χάσανε τη φωνή, άλλοι την όρασή τους,
Άλλοι χάνουν την ακοή και άλλοι τη ζωή τους.

Εφόσον όλα χάνονται στην ατελή ζωή μας,
Να μη χαθεί, παλεύουμε, στον Γιαχ η υπόστασή μας.
Τα μάτια της διάνοιας κρατούμε καθαρά,
Μην τύχει και θολώσουνε, αλλοίμονο σ'εμάς!

Τότε θα μοιάζουμε μ'αυτούς που ζούνε στο σκοτάδι,
είδαν το δρόμο της ζωής, μα διάλεξαν του Άδη.
Γι'αυτό αγωνιζόμαστε, μη μοιάσουμε μ'αυτούς,
Και ας δυσκολευόμαστε απ'τους περιορισμούς.

Αν και τυφλοί το βλέπουμε το χέρι του Θεού,
Τον κάνουμε να χαίρεται, να λέει Εκεινού
Που ψάχνει αιτία για να βρει, για να τον ονειδίσει,
Ότι δεν τα κατάφερε να μας παροδηγήσει.

Και αυτός δεν είναι άδικος, κρατά λογαριασμό,
Βραβείο θα μας δώσει σε σύντομο καιρό.
Τελειώνοντας το ποίημα αυτό, θέλω να ευχηθώ,
Στο νέο κόσμο του Θεού, όλους σας να σας δω.

Στη Νικολέτα και σ'εσάς που τόσο αγαπώ,
Μια σκέψη του μυαλού μου θέλω να μοιραστώ.
Στα πιο όμορφα ταξίδια μου που'ναι τα νοερά,
φροντίζω να 'χω πάντοτε τα μάτια μου κλειστά.
Τα πιο ωραία πράγματα μπορείς κι εσύ να δεις
Κι ας είν' τα μάτια σου κλειστά, στο λέει ο Ποιητής!!!