Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δάνειο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Θησαυρός

Ένα τεύχος χθες το βράδυ λίγο πριν να κοιμηθώ
Άνοιξα σε κάποιο θέμα που μιλάει για θησαυρό.
Όπου είν’ ο θησαυρός σας βρίσκεται και η καρδιά
Σκέφτηκα όμως εμένα πως αυτό δε μ’ αφορά.
Το Θεό τον αγαπάω το ‘χω αποδείξει αυτό
Μα μου δόθηκε ευκαιρία να αυτοεξεταστώ.
Δέκα λεπτά περάσανε μέχρι να θυμηθώ
Την τελευταία τη φορά που βγήκα στον αγρό
Δικαιολογία εύκολα έρχεται στο μυαλό
Αφού δουλεύω αρκετά το χρόνο που να βρω?
Δεν είναι το οχτάωρο έχω κ’ υπερωρία
Να κοιμηθώ μια Κυριακή μου δίνεται ευκαιρία.
Διάβαζα όλα τα έντυπα θυμάμαι μια φορά
Τώρα λίγο πριν κοιμηθώ τους ρίχνω μια ματιά.
Μελέτη η προσωπική στο παρελθόν ανήκει
Και η συνείδηση μου πια το βλέπω δε με τύπτει.
Οι υποχρεώσεις μου πολλές τα έξοδα μεγάλα
Σπουδές και φροντιστήρια, να αναφέρω κι άλλα?
Το αμάξι μου το άλλαξα σε μια πενταετία
Μη γίνει καν’ ατύχημα και είμαι η αιτία.
Είχαμε πάρει δάνειο να πάμε διακοπές
Και μείνανε αλησμόνητες ,ήταν φανταστικές,
Την πρώτη δόση μάλιστα την πλήρωσα προχθές!
Στην τράπεζα μου είπανε πως θα ‘τανε καλά
Με κάρτες να ψωνίζω γω κι όχι με μετρητά.
Ο διευθυντής στην τράπεζα πρέπει να μ’ αγαπά
Πρόθυμα κάρτες μου ‘βγαλε και για τα δυο παιδιά.
Πού να μου μείνει ο καιρός λοιπόν να μελετήσω
Και χρόνος τη συνάθροιση να παρακολουθήσω?
Ακόμη στη συνάθροιση όταν παραβρεθώ
Χρήματα για τις δόσεις μου σκέφτομαι πού θα βρω?
Για ν’ αποδείξω ότι είμαι δω , εγώ θα απαντήσω
Μα η σκοπιά ασημείωτη πρέπει να ομολογήσω.
Τον Ιεχωβά τον αγαπώ αυτή είναι η αλήθεια
Μα μήπως ότι κάνω εγώ είναι από συνήθεια?
Φανταχτερή επίδειξη λέει η Γραφή δεν κάνει
των μέσων διαβίωσης ο Χριστιανός να κάνει.
Η SLK η Μερσεντές ,το σπίτι το πολυτελές,
Ταξίδια στην Ευρώπη,
μες την καρδιά μου δυστυχώς ,θέση κατέχουν πρώτη.
Ντράπηκα σαν κατάλαβα πώς τον έχω προδώσει
Αυτόν που αφιερώθηκα και υπόσχεση είχα δώσει.
Μα ευτυχώς δεν είν’ αργά για να επανορθώσω
Την πρώτη θέση στην καρδιά πάλι σ’ Αυτόν να δώσω!
Και κάποιον άλλο Θησαυρό να βάλω στην καρδιά
Κλέφτες να μην τον φθείρουνε ούτε και η σκουριά.
Μάθημα προς αποφυγή για κάθε αδελφό μου
Ας γίνει αυτό το πάθημα το λάθος το δικό μου!

Βρε δεν Βαριεσε!

Στο ταμείο της ζωής μου λίγο πριν να κοιμηθώ
Έκανα εχθές το βράδυ έναν απολογισμό.
Μια ζωή ευτυχισμένη είδα, δόξα τω Θεό,
Από πλούτο φορτωμένη κι έπεσα να κοιμηθώ.

Μια φωνή όμως μου λέει: βρε, ας είσαι ειλικρινής
Δε διαφέρεις από τότε, πριν να αφιερωθείς.
Σκέφτηκα μην απαντήσω στη φωνή που μου μιλά
Είπα ένα δε βαριέσαι! Κι άλλαξα εγώ πλευρά.

Η φωνή όμως με ρωτάει: τι έγινε θα κοιμηθείς;
Μάλλον ξέχασες μεγάλε, πάλι να προσευχηθείς.
Κοίτα ρε μπελά που βρήκα, δε μπορώ να κοιμηθώ.
Λέω πάλι: δε βαριέσαι, άντε να προσευχηθώ.

Ήμουν όμως κουρασμένος, δε σηκώθηκα γι’αυτό
Όπως ήμουν ξαπλωμένος προσευχήθηκα εγώ.
Ανακουφισμένος είπα: άντε τώρα ας κοιμηθώ.
Η φωνή όμως με ρωτάει: είπες το πάτερ ημών;

Είπα δε θα απαντήσω άλλο πλέον στη φωνή
Αυτό έλειπε να κρίνει τη δική μου προσευχή.
Έκανα ότι κοιμάμαι, μήπως και ξεγελαστεί
Και αυτή μαζί με μένα, σκέφτηκα θα κοιμηθεί.

Η φωνή όμως μου λέει, δε θα κοιμηθώ εγώ
Ούτε στα δικά σου λάθη θα με έχεις συνεργό.
Είπες ότι κάνω λάθη; Ρώτησ’αμέσως τη φωνή
Μα μου λέει: δε βαριέσαι! Πέσε και κοιμήσου εσύ.

Ο ύπνος όμως μου ‘φυγε και που να κλείσω μάτι
Άγρυπνο το ξημέρωμα θα μέ βρει στο κρεβάτι.
Έχω πρωί ένα ραντεβού, δεν πρέπει να αργήσω
Το διευθυντή της τράπεζας φοβάμαι μην τον στήσω.

Νωρίς πρέπει να σηκωθώ, να ξυριστώ και να ντυθώ
Θα πρέπει να τον πείσω. Ένα μεγάλο δάνειο πρέπει να αποκτήσω.
Μα να σου πάλι η φωνή αρχίζει να ρωτάει
Γίνεται εκνευριστική, τα νεύρα μου τα σπάει.

Για έναν άνθρωπο βρε συ τέτοια ετοιμασία;
Σε άλλον θα ‘πρεπε εσύ να έδινες αξία.
Πριν λίγο προσευχήθηκες προς τον Δημιουργό σου
Απ’το μαξιλάρι όμως δεν σήκωσες ούτε το μάγουλό σου.

Μα στον διευθυντή της τράπεζας θα στέκεσαι κλαρίνο
Λες κι η ευτυχία σου εξαρτάται από ‘κείνον.
Βρε δε βαριέσαι σκέφτηκα, δε θα της απαντήσω.
Τον ύπνο που διέκοψα είπα να συνεχίσω.

Τι το ‘θελα; Πάλι η φωνή ρωτά με ειρωνία
Παρότι είναι πια αργά, είν’ περασμένες μία.
Τι έγινε θα κοιμηθείς; Μια ζωή κοιμάσαι
Τον όρκο σου προς τον Θεό ξέχασες δεν θυμάσαι.

Το δάνειο απασχολεί σήμερα το μυαλό σου
Στο μάτι έβαλες αγρό, τον θέλεις για δικό σου.
Συμμετοχή δεν δήλωσες για αγροτικούς τομείς
Θα πεταχτείς ως τον αγρό, είπες για να τον δεις.

Το ίδιο πέρσι έκανες πάλι με τη δουλειά σου
Συνέλευση ήταν μοναχή η κυρά με τα παιδιά σου.
Αιτία το εξοχικό που είχες αγοράσει
Μα δε βαριέσαι είχες πει, άλλη δεν είχα χάσει.

Το δε βαριέσαι μια ζωή το έχεις ψωμοτύρι
Βαρέθηκα συνείδηση, να ‘μαι ενός κακομοίρη.
Χωράφια και εξοχικά θα μείνουν όλα πίσω
Όσο υπάρχει ο καιρός θέλω να σ’ αφυπνίσω.

Το δε βαριέσαι στον Θεό να ξέρεις δε μετράει
Στο νέο κόσμο δεν θα μπεις, το χώμα θα σε φάει.