Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ομίχλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ομίχλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πλοίο στην Ομίχλη

Μ' ένα καράβι όνειρα και τον καιρό μπουνάτσα
Πυξίδα της μάνας η ευχή, πανιά τα δυο μου μπράτσα
Το ποθητό ταξίδι μου ξεκίνησα κι εγώ
Για μια ονειρεμένη Ιθάκη για να βρω.

Για κάβο είχα τη γνώση μου γι' άλμπουρο το πτυχίο
Πολυετής εκπαίδευση μες το πολυτεχνείο
Οι αρχές από το σπίτι μου γίνανε τα σχοινιά μου
Και του πατέρα οι συμβουλές ήταν η άγκυρά μου

Γλάροι λευκοί οι πολλές ευχές επάνω στα κατάρτια
Φουρτούνες να μην δουν ποτέ, ποτέ τα δυο μου μάτια
Υφάλους κι άγνωστα νερά, τρίγωνο των Βερμούδων
Σε χάρτη τα παρατηρώ κληρονομιά παππούδων

Απ' τη γαλήνη του σπιτιού έλυσα τα σχοινιά μου
Για της ζωής το πέλαγος άνοιξα τα πανιά μου.
Μα ξάφνου απ' τα κατάρτια μου πετάξανε οι γλάροι
Και ένα κύμα δυνατό πήγε να με μπατάρει

Δεν θύμιζε το κύμα αυτό το παλιρροιακό
μα επιπτώσεις έφερε στο οικονομικό
Τη ρότα μου προσπάθησα να σταθεροποιήσω
Σε μία θάλασσα καημούς μήπως και ναυαγήσω

Μα ένας άνεμος κακός ξέσκισε τα πανιά μου
Έσπασε τα κατάρτια μου αρρώστησε η καρδιά μου.
Έχασα τον πατέρα μου που είχα στήριγμά μου
Είδα να θάβεται βαθιά στο χώμα η άγκυρά μου

Μία πυκνή ομίχλη σκεπάζει το σκαρί μου
Αβέβαιο το αύριο τρέμω για τη ζωή μου
Άχρηστος αποδείχτηκε και ο εξοπλισμός μου
Ύφαλος που χτυπά κρυφά ο δήθεν αδελφός μου

Μάλλον δεν φταίει το σκαρί μα η θάλασσα που πλέω
Γεμάτη είναι βάσανα και μέρα νύχτα κλαίω
Τα ψέματα πολιτικών θρησκευτικών πανούργων
Θυμίζουνε το πέρασμα, τρίγωνο των Βερμούδων

Χιλιάδες τη θάλασσα αυτήν την έχουν διασχίσει
Μα αναζητώντας τ' όνειρο έχουνε ναυαγήσει
Μα ευτυχώς για μερικούς δεν χάθηκε το θάρρος
Μες την ομίχλη είδαν το φως, που εκπέμπει κάποιος φάρος

Αν νοιώθεις φίλε μου και συ σαν πλοίο στην ομίχλη
Φάρος υπάρχει, η Γραφή, υφάλους να σου δείχνει
Μα δείχνει κι ένα υδάτινο γαλήνιο μονοπάτι
Μες τις φουρτούνες της ζωής μοιάζει οφθαλμαπάτη

Αν καταφέρεις και το βρεις θα ζήσεις μ' ευτυχία
Σε μια ανθρωποθάλασσα που έχει τρικυμία!!

Γυρεύοντας το Όνειρο

Πολλά ταξίδια έκανα εγώ μες τη ζωή
ελπίζοντας μια μέρα να πιάσω κορυφή
Ένα ταξίδι απ’τα πολλά μέσα στο ποίημα αυτό
θα ηθελα σε όλους να το διηγηθώ
Ταξίδι αν είναι πραγματικό ή είν’ στη φαντασία
Αυτό πιστέψτε με για σας δεν έχει σημασία!
Νοέμβρης μήνας ήτανε φθινόπωρο θαρρώ
Για ώρες οδηγούσα σ’ ένα ψηλό βουνό
Βγαίνοντας απο μια στροφή θυμάμαι ότι είδα,
Γραμμένο το υψόμετρο σε μία πινακίδα
Πάνω απο 800 ,έγραφε ήταν μέτρα
Έλατα και άγριες καστανιές ήταν τα μόνα δέντρα
Μια γέφυρα διεσχιζε ένα τραχύ φαράγγι
Να το θαυμάσω απο κοντά ένιωσα την ανάγκη
Τ’ αμάξι μου σταμάτησα, σβήνω τη μηχανή,
Το θέαμα αποθανάτισα στη φωτογραφική
Το ταξίδι μου συνέχισα μα ένοιωθα κουρασμένος
Απο ανηφόρες και στροφές ήμουν εξαντλημένος
Μια πινακίδα έγραφε μπροστά μου πως θα βρω
Σε 20 χιλιόμετρα ένα ορεινό χωριό
Θυμάμαι πόσο είχα χαρεί μπαίνοντας στο χωριό
Έφθανε η ώρα πιστευα, για να ξεκουραστώ
Ο δρόμος ήταν πλακόστρωτος μα παραμελημένος,
Στο θεαμα που αντίκρισα ένοιωσα ξαφνιασμένος.
Κανένα τζάκι δεν έδειχνε να είναι αναμμένο
Έμοιαζε χρόνια το χωριό να ‘ναι εγκατελειμένο.
Βγαίνοντας απ’ τ’ αμάξι μου γεμάτος απορία
Έφθασα περπατώντας στην έρημη πλατεία.
Δέσποζε επιβλητικά ο πλάτανος στο κέντρο
Έδειχνε να ‘τανε πολλών, ετών αυτό το δέντρο.
Τα μαγαζιά για χρόνια έδειχναν κλειδωμένα
Και τα λουκέτα στα ρολά ήτανε σκουριασμένα.
Τα σπίτια ήταν πέτρινα και είχανε αυλές
Μα οι φράχτες είχαν πέσει και οι πόρτες ανοιχτές.
Στάθηκα σ’ ένα δίπατο που ‘μοιαζε αρχοντικό

Πάνω απ’ την πόρτα έγραφε 1908.
Πιο πάνω ένα κτίριο έμοιαζε με σχολείο
Απέναντι ο φούρνος δίπλα σ’ ένα κουρείο.
Έξω απο ένα σπίτι, μισογκρεμισμένο
Μια άμαξα παρατηρώ με ξύλο σκαλισμένο.
Ένα άλλο σπίτι είχε την πόρτα ανοιχτή
Την προσοχή μου τράβηξε κάτι που είδα κει.
Βραβεία κρεμασμένα υπηρχανε στους τοίχους
Κι ένας σωρος βιβλία μ’ εκατοντάδες στίχους.
Περνώντας μέσα πρόσεξα μία βιβλιοθήκη
Μα ένα βιβλίο έλειπε διπλό απο μια θήκη
Το ταμπελάκι έγραφε «Παλιά Καινή Διαθήκη»
Σ’ ένα στενάκι έστριψα ψάχνοντας για να δω
Κάποιον που θα μπορούσα να συννενοηθώ.
Ίδια εικόνα και εδώ σπίτια εγκατελειμένα
Κάποια είν’ ετοιμόρροπα και κάποια κλειδωμένα.
Μου φάνηκε περίεργο άνθρωπο να μη βρω,
Και σκέφτηκα στ’ αμάξι μου ότι θα κοιμηθώ.
Μα όπως κατηφόριζα κι έφτανα στην πλατεία,
μια μπόρα ξέσπασε γοργά με τρομερή μανία.
Κάτω απο ένα υπόστεγο κατάφερα να μπω,
απο τη δυνατή βροχή για να προστατευτώ.
Πάνω στον τσίγγο η βροχή θύμιζε χορωδία,
με νότες φάλτσες, αταίριαστες, σε κάποια συναυλία!
Τα σύννεφα ακουμπήσανε θαρρείς πάνω στη γη,
Και η ομίχλη έγινε σαφώς πιο φανερή!
Μες την πυκνή ομίχλη, φάνηκε αμυδρά,
Μια σιλουέτα ανδρική ,αργά να περπατά.
Δεν φόραγε αδιάβροχο,ομπρέλα δεν κρατούσε,
Ενώ η βροχή δυνάμωνε, αργά αυτός προχωρούσε.
Καθώς πλησίασε κοντά είδα πως ήταν γέρος
Και σκέφτηκα ο δυστυχής πως ήταν σαλεμένος!
Στο ένα χέρι κράταγε ένα παλιό βιβλίο ,
Και κάτω απ’ το υπόστεγο βρεθήκαμε κι οι δύο.
Στο άλλο χέρι κράταγε ο γέρος κομπολόι,
Κι έλεγε χαμηλόφωνα κάτι σαν μοιρολόι.
Ενώ τον χαιρετούσα, κάθησε καταγής.
Μου είπε «σώπα κι άκουσε το τραγούδι της βροχής».
Τα δυο του μάτια πρόσεξα πως ήτανε θολά,
Τα λόγια του στ’ αυτιά μου ακούγονται σοφά!

Πούθε μου ‘πε κατάγεσαι και πες μου πού πηγαίνεις;
Το δύσβατο αυτό βουνό γιατί το ανεβαίνεις;
Να φτάσω όσο πιο ψηλά θυμάμαι είπα στο γέρο
Και θα ‘κανα οτιδήποτε για να τα καταφέρω!
Πραγματικότης έγινε τ’ όνειρο μιας ζωής!
Ο γέρος μου ‘πε έγινες κάτοικος κορυφής!
Ελάχιστοι κατάφεραν να φτάσουν ως εδώ.
Γι αυτό δεν έχει κόσμο ετούτο το χωριό.
Τα ίδια όνειρα με σε είχανε και σκοπό,
Αυτοί που ‘ρθαν και χτίσανε τα σπίτια τους εδώ.
Πιστέψαν ότι βρέθηκαν στο κέντρο όλης της γης
Τα όνειρά τους έκαναν παλάτια εποχής!
Μα αμπέλια κι αν φυτέψανε,κι απόκτησαν αγρούς
Πουλια κι αγρίμια γεύονται για χρόνια τους καρπούς!
Άνθρωποι μορφωμένοι κα με φιλοδοξίες,
Μα είχαν στη ζωή τους κάποιες άλλες αξίες!
«Πού πήγανε οι κάτοικοι» ρώτησα «του χωριού»;
Πιστευοντας πως έφυγαν και ζουν κάπου αλλού.
Πιο κάτω μου ‘πε ο γέρος, είναι συγκεντρωμένοι
Δεν είναι όμως όρθιοι, είν’ όλοι ξαπλωμένοι!
Έμοιαζε να σταμάτησε ο χρόνος στο μυαλό μου!
Το γέρο ετούτο σκέφτηκα θα ‘χω συγχωριανό μου!
Μου ‘πε πως γράφει στίχους και είναι ποιητής
Και τον εμπνέει πάντα το τραγούδι της βροχής.
Ρωτώ το γέρο να μου πει τ’ όνομα του χωριού,
Μήπως εγώ μπερδευτηκα και βρέθηκα αλλού.
Διπλή μου είπε το χωριό έχει ονομασία,
Απο παλιά το γράφανε τα ιερά βιβλία.
Αυτοί που ζουν στα χαμηλα το λένε Ευτυχία.
Για τους κατοίκους του χωριού έχει άλλη ονομασία.
Στον Εκκλησιστη μου άνοιξε ο γέρος το βιβλίο,
Στο πρώτο το κεφάλαιο και το εδάφιο δύο.
Ο γέρος μου ‘πε «αν ήσουνα της Βιβλου αναγνώστης,
θα γνώριζες την κορυφή τη λένε Ματαιότης»!!

Εφιαλτικό Ταξίδι

Ταξίδι στ’ όνειρο και εγώ επιβάτης
στης ζωής την ταχεία λαθρεπιβάτης.
Της καρδιάς λαχτάρα το ταξίδι αυτό
Τον τέλειο γύρευα προορισμό.

Μου είπαν για όμορφη διαδρομή
κάποιοι που δήθεν την είχανε δει.
Ακριβό εισιτήριο της πρώτης της θέσης
Στο παράθυρο δίπλα και με ανέσεις.

Το ταξίδι σαν άρχισε ήμουν ευτυχισμένος
Για ώρες ατελείωτες στο τζάμι κολλημένος.
Περίμενα λοιπόν να δω όσα μου είχαν πει
Ορμητικά ποτάμια δίπλα απ’ τη γραμμή
Τον καταρράχτη που ‘πεφτε απ’ την βουνοκορφή.
Λιβάδια καταπράσινα, λίμνες κοντά σε δάση,
Που όσο το μάτι κι αν κοιτά ποτέ δεν θα χορτάσει.

Οι ώρες βασανιστικά περνούσαν μες το τρένο
Με θλίψη όμως κατάλαβα πως τζάμπα περιμένω!
Μα κι οι συνεπιβάτες μου, κι αυτοί μαζί με μένα
Με πόνο ανακαλύψανε πως πίστεψαν σε ψέμα.

Χαράδρες, βράχια κοφτερά, φαράγγια για αγρίμια,
Φωλιές έχουνε τα πτηνά που τρώνε τα ψοφίμια.
Για μέρες ταξιδεύουμε μ’ αυτήν εδώ τη θέα
Τράβηξα την κουρτίνα μου να αισθανθώ ωραία.

Σαν πέπλο νεκρική σιγή στην αμαξοστοιχία
Η όμορφη διαδρομή ήταν στη φαντασία.
Το άγχος έγινε θηλιά που σφίγγει το λαιμό μου
Μία ιδέα άσχημη τρομάζει το μυαλό μου.

Φοβάμαι όσα μου ‘πανε, πως δεν ήταν αλήθεια
Ο τέλειος προορισμός ήταν στα παραμύθια
Για τέλεια μέρη είπανε που θα ‘ταν φωτεινά
Ξεχνά να δύσει ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά.

Εκεί όλες οι εποχές θυμίζουν καλοκαίρια
Τα σύννεφα στον ουρανό κάτασπρα περιστέρια.
Καθώς αυτά σκεφτόμουνα κι υπήρχε ησυχία
Σε τούνελ μέσα εφορμά η αμαξοστοιχία.

Τα πάντα είναι σκοτεινά έξω από το τρένο
Και στο βαγόνι έσβησε το φως το αναμμένο.
Από μικρό με τρόμαζε του τούνελ το σκοτάδι
Το φως της μέρας ήθελα, φοβόμουνα το βράδυ.

Αυτό που επακολούθησε πού να το περιμένω
Καταμεσής του πουθενά σταμάτησε το τρένο.
Από το τούνελ βγήκαμε μα έξω βαθύ σκοτάδι
Ομίχλη και ψιλή βροχή συνθέτουνε το βράδυ.

Μία τραχιά βραχνή φωνή λέει να κατεβούμε
Το πρόσωπό του από μας κρύβει να μην το δούμε.
Δεν μου θυμίζει ελεγκτή η άσπρη του η γενειάδα,
Ούτε και μηχανοδηγό τα ράσα του τα μαύρα.

Θαρρώ όμως κατάφερα να τον αναγνωρίσω,
Ήταν αυτός που μ’ έπεισε να τον ακολουθήσω.
Καθώς απομακρύνομαι δίπλα απ’ την ταχεία
Το βλέμμα πέφτει στ’ όνομα, τη λέγανε «Ευτυχία».

Αυτός με τη βραχνή φωνή με ύφος βλοσυρό
Φωνάζει: «Ακολουθήστε με, να φύγουμε από εδώ.
Μην σας τρομάζουν οι γκρεμοί, ξέρω ένα μονοπάτι»,
Στο νου μου όμως μια φωνή μου λέει: «Είναι απάτη»!

Μέσα σε λίγη ώρα είχα απομείνει μόνος
Κρατώντας τη βαλίτσα μου και συντροφιά ο πόνος.
Από ένα ξέφωτο μικρό κοιτώ στο ουρανό,
Με δάκρυα στα μάτια μιλάω στο Θεό.

« Θεέ που βλέπεις την καρδιά, και τη διάνοιά μου,
Κάνε στο μονοπάτι σου να ‘ρθουν τα βήματά μου»!
Στον ώμο ένα χέρι νιώθω να μ’ ακουμπά
Γυρνώ και βλέπω κάποιον να μου χαμογελά.

Στα χέρια του δεν είχε φανάρι αναμμένο,
Το πρόσωπό του όμως ήτανε φωτισμένο!
Τα μονοπάτια γνώριζε που υπάρχουνε εδώ,
Πως όλα καταλήγουνε σ’ ένα βαθύ γκρεμό!

Μου ‘πε «ακολούθησε με αν θέλεις να σωθείς,
Κι αν είν’ το δάσος δύσβατο δεν θα γρατζουνιστείς».
Το βήμα του ήταν αργό για να τον προλαβαίνω,
Και όταν γλιστρούσα είχε το χέρι απλωμένο.

Κάποια στιγμή σταμάτησε, σταμάτησα κι εγώ,
Χαμογελώντας μου ‘δειξε μπροστά κάποιον σταθμό.
«Τρέχα» μου είπε « πρόλαβε την αμαξοστοιχία,
Η μηχανή της έχει μπει ήδη σε λειτουργία».

Γυρνώ να πω ευχαριστώ με μάτια δακρυσμένα,
Μ’ έκπληξη όμως δίπλα μου, δεν βλέπω εγώ κανέναν.
Τρέχοντας μπαίνω γρήγορα στην αμαξοστοιχία
Βλέπω γελώντας τ’ όνομα, τη λένε: «Σωτηρία»