Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Εφιαλτικό Ταξίδι

Ταξίδι στ’ όνειρο και εγώ επιβάτης
στης ζωής την ταχεία λαθρεπιβάτης.
Της καρδιάς λαχτάρα το ταξίδι αυτό
Τον τέλειο γύρευα προορισμό.

Μου είπαν για όμορφη διαδρομή
κάποιοι που δήθεν την είχανε δει.
Ακριβό εισιτήριο της πρώτης της θέσης
Στο παράθυρο δίπλα και με ανέσεις.

Το ταξίδι σαν άρχισε ήμουν ευτυχισμένος
Για ώρες ατελείωτες στο τζάμι κολλημένος.
Περίμενα λοιπόν να δω όσα μου είχαν πει
Ορμητικά ποτάμια δίπλα απ’ τη γραμμή
Τον καταρράχτη που ‘πεφτε απ’ την βουνοκορφή.
Λιβάδια καταπράσινα, λίμνες κοντά σε δάση,
Που όσο το μάτι κι αν κοιτά ποτέ δεν θα χορτάσει.

Οι ώρες βασανιστικά περνούσαν μες το τρένο
Με θλίψη όμως κατάλαβα πως τζάμπα περιμένω!
Μα κι οι συνεπιβάτες μου, κι αυτοί μαζί με μένα
Με πόνο ανακαλύψανε πως πίστεψαν σε ψέμα.

Χαράδρες, βράχια κοφτερά, φαράγγια για αγρίμια,
Φωλιές έχουνε τα πτηνά που τρώνε τα ψοφίμια.
Για μέρες ταξιδεύουμε μ’ αυτήν εδώ τη θέα
Τράβηξα την κουρτίνα μου να αισθανθώ ωραία.

Σαν πέπλο νεκρική σιγή στην αμαξοστοιχία
Η όμορφη διαδρομή ήταν στη φαντασία.
Το άγχος έγινε θηλιά που σφίγγει το λαιμό μου
Μία ιδέα άσχημη τρομάζει το μυαλό μου.

Φοβάμαι όσα μου ‘πανε, πως δεν ήταν αλήθεια
Ο τέλειος προορισμός ήταν στα παραμύθια
Για τέλεια μέρη είπανε που θα ‘ταν φωτεινά
Ξεχνά να δύσει ο ήλιος πίσω απ’ τα βουνά.

Εκεί όλες οι εποχές θυμίζουν καλοκαίρια
Τα σύννεφα στον ουρανό κάτασπρα περιστέρια.
Καθώς αυτά σκεφτόμουνα κι υπήρχε ησυχία
Σε τούνελ μέσα εφορμά η αμαξοστοιχία.

Τα πάντα είναι σκοτεινά έξω από το τρένο
Και στο βαγόνι έσβησε το φως το αναμμένο.
Από μικρό με τρόμαζε του τούνελ το σκοτάδι
Το φως της μέρας ήθελα, φοβόμουνα το βράδυ.

Αυτό που επακολούθησε πού να το περιμένω
Καταμεσής του πουθενά σταμάτησε το τρένο.
Από το τούνελ βγήκαμε μα έξω βαθύ σκοτάδι
Ομίχλη και ψιλή βροχή συνθέτουνε το βράδυ.

Μία τραχιά βραχνή φωνή λέει να κατεβούμε
Το πρόσωπό του από μας κρύβει να μην το δούμε.
Δεν μου θυμίζει ελεγκτή η άσπρη του η γενειάδα,
Ούτε και μηχανοδηγό τα ράσα του τα μαύρα.

Θαρρώ όμως κατάφερα να τον αναγνωρίσω,
Ήταν αυτός που μ’ έπεισε να τον ακολουθήσω.
Καθώς απομακρύνομαι δίπλα απ’ την ταχεία
Το βλέμμα πέφτει στ’ όνομα, τη λέγανε «Ευτυχία».

Αυτός με τη βραχνή φωνή με ύφος βλοσυρό
Φωνάζει: «Ακολουθήστε με, να φύγουμε από εδώ.
Μην σας τρομάζουν οι γκρεμοί, ξέρω ένα μονοπάτι»,
Στο νου μου όμως μια φωνή μου λέει: «Είναι απάτη»!

Μέσα σε λίγη ώρα είχα απομείνει μόνος
Κρατώντας τη βαλίτσα μου και συντροφιά ο πόνος.
Από ένα ξέφωτο μικρό κοιτώ στο ουρανό,
Με δάκρυα στα μάτια μιλάω στο Θεό.

« Θεέ που βλέπεις την καρδιά, και τη διάνοιά μου,
Κάνε στο μονοπάτι σου να ‘ρθουν τα βήματά μου»!
Στον ώμο ένα χέρι νιώθω να μ’ ακουμπά
Γυρνώ και βλέπω κάποιον να μου χαμογελά.

Στα χέρια του δεν είχε φανάρι αναμμένο,
Το πρόσωπό του όμως ήτανε φωτισμένο!
Τα μονοπάτια γνώριζε που υπάρχουνε εδώ,
Πως όλα καταλήγουνε σ’ ένα βαθύ γκρεμό!

Μου ‘πε «ακολούθησε με αν θέλεις να σωθείς,
Κι αν είν’ το δάσος δύσβατο δεν θα γρατζουνιστείς».
Το βήμα του ήταν αργό για να τον προλαβαίνω,
Και όταν γλιστρούσα είχε το χέρι απλωμένο.

Κάποια στιγμή σταμάτησε, σταμάτησα κι εγώ,
Χαμογελώντας μου ‘δειξε μπροστά κάποιον σταθμό.
«Τρέχα» μου είπε « πρόλαβε την αμαξοστοιχία,
Η μηχανή της έχει μπει ήδη σε λειτουργία».

Γυρνώ να πω ευχαριστώ με μάτια δακρυσμένα,
Μ’ έκπληξη όμως δίπλα μου, δεν βλέπω εγώ κανέναν.
Τρέχοντας μπαίνω γρήγορα στην αμαξοστοιχία
Βλέπω γελώντας τ’ όνομα, τη λένε: «Σωτηρία»