Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Γραφικές Μαντινάδες

Όταν πλουτίζει ο άδικος κι όταν καλά περνάει
Μην τον ζηλεύεις αδελφέ, τις μέρες του μετράει.

Όπως οι αναπάντητες κλήσεις στο κινητό του
Του πονηρού οι προσευχές είναι προς τον Θεό του.

Ουδέποτε δεν ζήλεψα εγώ τον γείτονά μου
Γιατί είν’ φτωχός και πιο πολλά είν’ τα υπάρχοντά μου.

Μην κλέψεις λέει η Γραφή, γιατί είναι αμαρτία
Δεν εξαιρείται απ’ αυτό ούτε η εφορία.

Λέει η Γραφή το αριστερό χέρι να μην γνωρίζει
Συνεισφορά στον Ιεχωβά που το δεξί δωρίζει.

Στον ορφανό όταν μιλάς, κοίτα τον μες στα μάτια
Νιώσε τον πόνο μιας καρδιάς που γίνεται κομμάτια.

Τον οδικό τον κώδικα μην τον παραβιάζεις,
Την ενοχή του αίματος πάνω σου μην τη βάζεις.

Ρε συ Αδάμ τι το ‘θελες το μήλο να δαγκώσεις
Σκαμπίλι στη γυναίκα σου έπρεπε συ να δώσεις.

Αν δεν μπορείς βρε αδελφέ ένα καλό να κάνεις
Παρακαλώ τουλάχιστον κακό να μη μου κάνεις.

Εμπρός σου Θεέ μου έχυσα την ατελή καρδιά μου
Συγχώρεσε παρακαλώ όλα τα σφάλματά μου.

Για χήρες και για ορφανά υπάρχει νουθεσία
Ενδιαφέρον γνήσιο να δείχνει η εκκλησία.

Σαν της φωτιάς τη θαλπωρή σ’ ένα βαρύ χειμώνα
Είναι η συναναστροφή μ’ άτομα που ‘ναι μόνα.

Το βλέμμα στρέψε Ιεχωβά στην ατελή καρδιά μου
Κίνητρο ιδιοτελές πέτα το μακριά μου.

Τα πλούτη αν κατέχουνε μια θέση στο μυαλό σου
Θυμήσου πλουσίου παραβολή, που ‘πε ο Κύριός σου.

Εσύ που βλέπεις τα νεφρά, το νου και την καρδιά μου
Παρακαλώ κατηύθυνε τα διαβήματά μου.

Να αγαπάτε αδελφούς πάρτε πρωτοβουλία
Μα κάντε το έμπρακτα αυτό με τη φιλοξενία.

Φωτιά ζεσταίνει το κορμί και γνώση το μυαλό μου
Μα όσα κι αν μάθω λιγοστά είναι για τον Θεό μου.

Γιλέκο αλεξίσφαιρο φορέστε στην καρδιά σας
Τα βέλη όλα του Σατανά να μείνουν μακριά σας.

Παρομοιάζει η Γραφή γυναίκα που γκρινιάζει
Βρύση που εκνευριστικά όλη την ώρα στάζει.

Θεέ μου δώσ’ μου νόηση και θεϊκή σοφία
Κύτταρο να ‘μαι ενεργό μέσα στην εκκλησία.

Τα σφάλματά μου Ιεχωβά μην τα υπολογίσεις
Μια χούφτα χώμα και νερό είμαι, μη λησμονήσεις.

Ο άνθρωπος ο λογικός στην αμμουδιά δεν χτίζει
Σε βράχο, θεμέλιο ισχυρό, το σπίτι του στηρίζει.

Τους αδελφούς σου ταπεινά πρέπει να υπηρετήσεις
Παράδειγμα που ‘θεσε ο Χριστός πιστά ν’ ακολουθήσεις.

Το άγιο πνεύμα του Θεού τη γη μας περιτρέχει
Σε δούλο πιστό και φρόνιμο πλούσια το παρέχει.

Θάνατε φτάνει ο καιρός να χάσεις το κεντρί σου
Ζωή μέσα απ’ τον Σιεόλ θα δούνε οι νεκροί σου.

Τις διδαχές του Ιεχωβά στο γιο σου να διδάξεις
Αν θέλεις να ευημερεί γι’ αυτόν ποτέ μην κλάψεις.

Δεν είδα δούλο σου Θεέ να είναι πεινασμένος,
Σκισμένα ρούχα να φορά, να ‘ναι δυστυχισμένος.

Να κυνηγώ τον άνεμο είναι ανοησία
Διώχνω μακριά τον υλισμό και την πλεονεξία.

Είναι κουτό να προσπαθείς σ’ ανθρώπους να αρέσεις
Το εύγε από τον Θεό πάρε εάν μπορέσεις.

Παλεύω με τα πάθη μου και τον εγωισμό μου
Τον πιο μεγάλο μου εχθρό, τον παλιοεαυτό μου.

Την αγάπη νόμος δεν μπορεί να την εσταματήσει
Μήτε και φυλακής κελί για να τη φυλακίσει.

Σαν τη φωτιά τη φοβερή, σίδερο που λυγίζει
Αγάπη που ‘ναι αληθινή σύνορα δε γνωρίζει.

Σεδράχ, Μισάχ κι Αβδέ-νεγώ ήτανε τ’ όνομά τους
Η πύρινη η λαίλαπα έμεινε μακριά τους.

Φρόντισε γιε μου ενάρετη γυναίκα ν’ αποκτήσεις
Την ομορφιά μην τη μετράς αν θες καλά να ζήσεις.

Στη χήρα και στο ορφανό δώσε από την καρδιά σου
Λογαριασμός στον ουρανό ανοίγει στο όνομά σου.

Λόγο αν δώσεις αδελφέ και αν τον αθετήσεις
Λέει ο δίκαιος κριτής πως θα λογοδοτήσεις.

Μετά τον πόνο τοκετός πάντα ακολουθάει
Τελειώνει έσχατος καιρός που Αρμαγεδδών γεννάει.

Μην κρίνεις, λέει η Γραφή, για θα ‘ρθει κι η σειρά σου
Και θα ‘σαι αδικαιολόγητος μπροστά στον κτήτορά σου.

Ο δότης που ‘ναι χαρωπός κερδίζει ευλογία
Μα ο σφιχτοχέρης δυστυχώς, αποδοκιμασία.

Στ'άσπρα μαλλιά τον σεβασμό εάν δεν αποδώσεις
Μπροστά στο δίκαιο κριτή λογαριασμό θα δώσεις.

Το σώμα χρειάζεται τροφή μα και νερό να ζήσει
Μα γνώση χρειάζεται ο νους για να ορθοποδήσει.

Πράξεις ελέους σ’ αδελφούς μέσα στην εκκλησία
Πρέπει να κάνουμε όλοι μας, υπάρχει νουθεσία.

Τα πλούτη δεν ζηλεύουμε, ούτε τα μεγαλεία
Τη μέρα την αυριανή δεν θα ‘χουνε αξία.

Μην ψάχνεις σε όρη βότανο για τη μακροζωία
Στη Βίβλο μέσα αδελφέ θα βρεις πληροφορία.

Μη λυπηθείς το έλεος στον ταλαιπωρημένο
Τον μετανάστη αδελφό μην τον κοιτάς σα ξένο.

Είν’ θεμιτό δυο νεαροί να κάνουν γνωριμία
Ας κρατηθούν όμως αγνοί για να ‘χουν ευλογία.

Όταν θωρώ τον ουρανό, τ’ άστρα και το φεγγάρι
Πατέρα μου σ’ ευγνωμονώ, μεγάλη σου η χάρη.

Πολίχνη και Μετέωρα λένε την εκκλησία
Κι όσο κι αν ψάξεις δε θα βρεις όπως αυτήν καμία.

Είν’ η καρδιά απατηλή, σφόδρα διεφθαρμένη
Το νου σας οι ελεύθεροι μα και οι παντρεμένοι.

Ανάμεσα σε ασεβείς βόσκει η αμαρτία
Δεν επιλέγουμε μ’ αυτούς να κάνουμε φιλία.

Δεν έχει σχέση ουδεμιά το φως με το σκοτάδι
Το ένα πάει στη ζωή και τ’ άλλο για τον Άδη.

Τους αδελφούς να αγαπάς, μέσα από την καρδιά σου
Δεν εξαιρείται από αυτό ούτε η πεθερά σου.

Θάλασσα ξέρω τον παλμό, στο κύμα σου ποιος δίνει
Είν’ ο σοφός δημιουργός, του ‘χω ευγνωμοσύνη.

Μεγάλες είναι οι πληγές, ο θάνατος π’ αφήνει,
Μα ελπίδα της ανάστασης τον πόνο απαλύνει.

Να βρίσκεις καθημερινώς για τη μελέτη χρόνο
Δε συντηρήσε στη ζωή με την τροφή και μόνο.

Για στόχους μέσα στη ζωή πρόσεχε ποιους θα βάλεις
Αρμαγεδδών είναι κοντά και δεν τον αναβάλλεις.

Αν πάνω απ’ τη συνάθροιση έβαλες τη δουλειά σου
Τον νέο κόσμο ξέχνα τον, λειψά τα ένσημά σου.

Σαν αστραπή μες στη νυχτιά που φάνηκε κι εχάθη
Η επιτυχία του ασεβούς που τώρα διαγράφει.

Ψάχνεις γυναίκα λογική κι έχεις ανησυχία;
Σε χίλιες μέσα ο Σολομών δε βρήκε ούτε μία.

Σ’ αυτόν που ακούει προσευχή άνοιξε την καρδιά σου
Φανέρωσε το πρόβλημα και θά βρεις τη χαρά σου.

Μέτρησε τις κουβέντες σου, ασ’ την πολυλογία,
Το βήμα το επόμενο είναι η αμαρτία.

Μην κυνηγάς διάκριση στο σύστημα αυτό
Θα είναι σαν να κάνεις μια τρύπα στο νερό.

Αν θες στα μάτια του Θεού να λογιστείς σπουδαίος
Πάρε το ολοχρόνιο τώρα που είσαι νέος.

Όσο ζυγώνει ο καιρός για τη μεγάλη θλίψη
Στις συναθροίσεις ανελλιπώς, κανένας ας μη λείπει.

Σα μάνα σου, τις αδελφές, με σεβασμό να βλέπεις
Σκέψεις που είναι πονηρές στο νου μην επιτρέπεις.

Γεννιέται η μούχλα στη βρωμιά κι από την υγρασία
Μολύνετε νους και καρδιά απ’ την πορνογραφία.

Τα δίκαια και καθαρά στο λογισμό αν βάλεις
Θα ‘σαι λευκή περιστερά και δε θα αμαρτάνεις.

Τα δάκρυα που χύνονται μες στα νεκροταφεία
Θα γίνουν δάκρυα χαράς σαν έρθει η Βασιλεία.

Αν λαχταράς τα τσίπουρα, θέλεις και τα κρασιά σου
Θα έχεις στον παράδεισο μια άμπελο δικιά σου.

Μην παντρευτείς τον οκνηρό, στείλ’ τονε στη μαμά του
Δε θα νοιαστεί αν νηστικά κοιμούνται τα παιδιά του.

Δεν έχει ο πόνος διαφορά ούτε το δάκρυ χρώμα
Γιατί όλες οι φυλές της γης πλάστηκαν από χώμα.

Βγαλμένη από τη ζωή η κάθε παροιμία
Μα οι παροιμίες της Γραφής κρύβουνε τη σοφία.

Όπως η πέτρα που κυλά, ποτέ δε χορταριάζει
Η γλώσσα αν εκπαιδευτεί τον Γιαχ μόνο δοξάζει.

Τρία μερόνυχτα ο Ιωνάς πέρασε στο σκοτάδι
Μιλούσε μόνο στον Θεό απ’ την κοιλιά του Άδη.

Μην ψάχνεις νά βρεις δίκαιο, σ’ άδικο κόσμο μέσα
Θεός του είν’ ο α διάβολος, δεν ξέρει από μπέσα.

Αν θέλεις εύνοια Θεού να ‘χεις και ευλογία
Αφιερώσου ολόκαρδα, κάν’ το με προθυμία.

Δεν είν’ ντροπή από καυγά να αποχωρίσεις πρώτος
Καλύτερα σκύλος ζωντανός, παρά λέων και ψόφιος.

Σύντροφο αν πάρεις άπιστο είναι ανοησία
Θα ‘χει η ζωή σου βάσανα, θα νιώθεις δυστυχία.

Αυτοί που σφυρηλάτησαν τα όπλα σε υνία,
Τα δόρατα σε δρέπανα, θα μπουν στη Βασιλεία.

Η ένοχη συνείδηση δε βρίσκει ησυχία
Καλύπτει την παράβαση, διπλή η αμαρτία.

Η παλιοτηλεόραση, που είναι χρονοφάγος
Δεν τρέφει υγιεινά το νου που γίνεται παμφάγος.