Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Βρε δεν Βαριεσε!

Στο ταμείο της ζωής μου λίγο πριν να κοιμηθώ
Έκανα εχθές το βράδυ έναν απολογισμό.
Μια ζωή ευτυχισμένη είδα, δόξα τω Θεό,
Από πλούτο φορτωμένη κι έπεσα να κοιμηθώ.

Μια φωνή όμως μου λέει: βρε, ας είσαι ειλικρινής
Δε διαφέρεις από τότε, πριν να αφιερωθείς.
Σκέφτηκα μην απαντήσω στη φωνή που μου μιλά
Είπα ένα δε βαριέσαι! Κι άλλαξα εγώ πλευρά.

Η φωνή όμως με ρωτάει: τι έγινε θα κοιμηθείς;
Μάλλον ξέχασες μεγάλε, πάλι να προσευχηθείς.
Κοίτα ρε μπελά που βρήκα, δε μπορώ να κοιμηθώ.
Λέω πάλι: δε βαριέσαι, άντε να προσευχηθώ.

Ήμουν όμως κουρασμένος, δε σηκώθηκα γι’αυτό
Όπως ήμουν ξαπλωμένος προσευχήθηκα εγώ.
Ανακουφισμένος είπα: άντε τώρα ας κοιμηθώ.
Η φωνή όμως με ρωτάει: είπες το πάτερ ημών;

Είπα δε θα απαντήσω άλλο πλέον στη φωνή
Αυτό έλειπε να κρίνει τη δική μου προσευχή.
Έκανα ότι κοιμάμαι, μήπως και ξεγελαστεί
Και αυτή μαζί με μένα, σκέφτηκα θα κοιμηθεί.

Η φωνή όμως μου λέει, δε θα κοιμηθώ εγώ
Ούτε στα δικά σου λάθη θα με έχεις συνεργό.
Είπες ότι κάνω λάθη; Ρώτησ’αμέσως τη φωνή
Μα μου λέει: δε βαριέσαι! Πέσε και κοιμήσου εσύ.

Ο ύπνος όμως μου ‘φυγε και που να κλείσω μάτι
Άγρυπνο το ξημέρωμα θα μέ βρει στο κρεβάτι.
Έχω πρωί ένα ραντεβού, δεν πρέπει να αργήσω
Το διευθυντή της τράπεζας φοβάμαι μην τον στήσω.

Νωρίς πρέπει να σηκωθώ, να ξυριστώ και να ντυθώ
Θα πρέπει να τον πείσω. Ένα μεγάλο δάνειο πρέπει να αποκτήσω.
Μα να σου πάλι η φωνή αρχίζει να ρωτάει
Γίνεται εκνευριστική, τα νεύρα μου τα σπάει.

Για έναν άνθρωπο βρε συ τέτοια ετοιμασία;
Σε άλλον θα ‘πρεπε εσύ να έδινες αξία.
Πριν λίγο προσευχήθηκες προς τον Δημιουργό σου
Απ’το μαξιλάρι όμως δεν σήκωσες ούτε το μάγουλό σου.

Μα στον διευθυντή της τράπεζας θα στέκεσαι κλαρίνο
Λες κι η ευτυχία σου εξαρτάται από ‘κείνον.
Βρε δε βαριέσαι σκέφτηκα, δε θα της απαντήσω.
Τον ύπνο που διέκοψα είπα να συνεχίσω.

Τι το ‘θελα; Πάλι η φωνή ρωτά με ειρωνία
Παρότι είναι πια αργά, είν’ περασμένες μία.
Τι έγινε θα κοιμηθείς; Μια ζωή κοιμάσαι
Τον όρκο σου προς τον Θεό ξέχασες δεν θυμάσαι.

Το δάνειο απασχολεί σήμερα το μυαλό σου
Στο μάτι έβαλες αγρό, τον θέλεις για δικό σου.
Συμμετοχή δεν δήλωσες για αγροτικούς τομείς
Θα πεταχτείς ως τον αγρό, είπες για να τον δεις.

Το ίδιο πέρσι έκανες πάλι με τη δουλειά σου
Συνέλευση ήταν μοναχή η κυρά με τα παιδιά σου.
Αιτία το εξοχικό που είχες αγοράσει
Μα δε βαριέσαι είχες πει, άλλη δεν είχα χάσει.

Το δε βαριέσαι μια ζωή το έχεις ψωμοτύρι
Βαρέθηκα συνείδηση, να ‘μαι ενός κακομοίρη.
Χωράφια και εξοχικά θα μείνουν όλα πίσω
Όσο υπάρχει ο καιρός θέλω να σ’ αφυπνίσω.

Το δε βαριέσαι στον Θεό να ξέρεις δε μετράει
Στο νέο κόσμο δεν θα μπεις, το χώμα θα σε φάει.