Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ξεθωριασμένος Πίνακας

Όμορφο πίνακα με ένα τοπίο
Είχα αγοράσει πριν χρόνια πολλά.
Μεγάλη εντύπωση μου είχαν κάνει
Τα χρώματα του τα ζωηρά.

Θυμάμαι τον χρόνο που μου πήρε να βρω
Σε ποια θέση θα 'βαζα τον πίνακα αυτόν.
Μες το δικό μου λοιπόν το γραφείο
Τη θέση του βρήκε το έργο αυτό.

Σε όλους το έδειχνα και έψαχνα αιτία
Στο όμορφο θέμα του ν' αναφερθώ!
Να πω τι μου στοίχισε δε θα 'χε αξία
Κι ας θα 'δινα τότε μια περιουσία!

Μα πέρασαν ήδη χρόνια πολλά
Τα χρώματα πλέον δεν είν' ζωηρά!
Ίσως ευθύνεται του ήλιου το φως,
Μπορεί και η σκόνη, μπορεί και ο καιρός!

Στα χέρια μου έπεσε ένα βιβλίο
«ανακαινίστε μόνοι σας» λέει «το γραφείο».
Αλήθεια χρειάζεται ανακαίνιση εδώ,
Αυτό το σκέφτομαι εδώ και καιρό.

Καινούργια έπιπλα θα βάλω εγώ
Θ' αλλάξω και όλα τα μπιμπελό.
Τον πίνακα σκέφτομαι να τον αλλάξω,
Μα καρδιά δε μου κάνει να τον πετάξω.

Σκέφτηκα κάπου να τον χαρίσω,
Παρά στο υπόγειο να τον αφήσω.
Δεν θα μπορούσαν τα χρώματα αυτά
Να ξαναγίνουν όπως παλιά;
Θα υπάρχουνε σκέφτηκα τεχνίτες που ξέρουν
Να συντηρούν οπωσδήποτε τα έργα αυτά.

Με τούτη τη σκέψη κλείνω την πόρτα
Εγώ του γραφείου μου και βιαστικά.
Πάω στο σπίτι να συζητήσω
Την ανακαίνιση με την κυρά.

Στο σπίτι μου φθάνω, μα η πόρτα κλειστή.
Ξεκλειδώνω και μπαίνω, δε βλέπω ψυχή.
Στην κρεμάστρα τα ρούχα μου σιδερωμένα,
Τα μαύρα παπούτσια καλά γυαλισμένα.

Η τσάντα μου έτοιμη! Μα η κυρά;
Συνάθροιση πήγε με τα παιδιά!
Κοιτώ το ρολόι μου μα είναι αργά.
Η συνάθροιση τέλειωσε πριν λίγα λεπτά.

Το λόγο μου έδωσα στον μικρό μου το γιο,
Συνάθροιση θα 'μουνα οπωσδήποτε εγώ!
Την πρώτη του θα 'κανε την ομιλία,
Μα εγώ το ξέχασα ! Τι ειρωνεία!

Πώς θ' αντικρύσω τα δυο του ματάκια;
Τι δικαιολογία θα μπορούσα να βρω;
Τον χειροκρότησε η εκκλησία!
Μα δυστυχώς στο γραφείο βρισκόμουν εγώ!

Και τώρα μονάχος μου μες το σαλόνι
Σκέφτομαι αλήθεια τι θα του πω.
Αδικαιολόγητος είμαι εγώ στο παιδί μου,
Μα πάνω απ' όλα μπροστά στο Θεό!

Ο ζήλος που είχα κάποτε εγώ
Τώρα ξεθώριασε τ' ομολογώ.
Με τον πίνακα μοιάζει αυτόν στο γραφείο,
Το ίδιο έχουν κοινό σημείο.

Η πίστη μου κάποτε ήταν θερμή.
Σε όλους την έκανα εγώ φανερή.
Μα τώρα ξεθώριασε είναι θαμπή
Θέλει οπωσδήποτε επισκευή.

Συνήθειες καλές, που 'χω ξεχάσει,
Μελέτη της Βίβλου που 'χω στο ράφι,
Τις συναθροίσεις, τους αδελφούς,
Μελέτη εντύπων και στοχασμούς,
Το συντομότερο θα ξαναρχίσω!
Την πρώτη αγάπη να την ξυπνήσω!

Το πήρα απόφαση και δεν θα αργήσω
Πρώτα το νου μου θ' ανακαινίσω!
Με τη γυναίκα μου απόψε, γι αυτό θα μιλήσω!
Ποιμένων βοήθεια θα ζητήσω!
Μα πρώτα από όλα, τον Θεό πρέπει να ευχαριστήσω
Που μέσα από έναν πίνακα, με έκανε να ξυπνήσω!!