Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ελεύθερος πολιορκημένος


Μεσάνυχτα μόνος στην πόλη βαδίζω
Το βήμα μου σέρνω την τύχη μου βρίζω
Δεν βγήκαν τ’ αστέρια και το φεγγάρι
κάπου χαθήκαν μες το Βαρδάρη

Η νύχτα κι απόψε είν’ βροχερή ,
το φως στην κολώνα θυμίζει κερί
Αμυδρά εμφανίζεται και η σκιά μου
Πότε στο πλάι μου πότε μπροστά μου

Ακόλουθος μόνιμος αν και μουγγός
στο φως εμφανίζεται μα είν’ σκοτεινός
«Πεταλούδες» της νύχτας στη γωνία γελάνε
ζώντας στο βούρκο ευτυχία πουλάνε

Στην τσέπη τη σχισμένη του μπουφάν που φοράω
κάτι αγγίζω και σταματάω,
στο φως της κολώνας για να το δω,
για χρόνια χαμένο κρυβόταν εδώ

Μοιάζει με γράμμα χωρίς παραλήπτη
γραμμένο από κάποιον, για κάποιους αλήτη.
Μέσα στη σφαίρα της φαντασίας ,
το κλειδί γράφει θα ‘βρισκε της ευτυχίας

Κάτω απ’ το φως στο παγκάκι του δρόμου
μοιάζει το γράμμα με πύλη του χρόνου
Όνειρα άπιαστα και προσδοκίες, όμορφα σχέδια φιλοδοξίες,
Γραμμένα με τάξη στο γράμμα αυτό που βρήκα τυχαία απόψε εγώ

Φυγάς απ’ το σπίτι του και τους δικούς του
με σπασμένες αλυσίδες δραπέτης ο νους του
Πρίγκιπας ήτανε στο όνειρο του
και τη νυφούλα του βορρά θα ‘κανε σύντροφό του

Σκιαγραφώντας το προφίλ του άνθρωπου εκείνου
συμπέρανα πως σίγουρα είχε άγνοια κινδύνου.
Δίπλωσα πάλι το χαρτί και το ‘βαλα στην τσέπη
και για το σπίτι ξεκινώ γιατί άρχισε να βρέχει

Μία παράξενη βροχή βρέχει το πρόσωπό μου
Μοιάζει με δάκρυ χλιαρό πάνω στο μάγουλό μου
Σ’ ένα παλιό υπόστεγο γύρεψα προστασία
Πάνω στον τσίγκο η βροχή ενάτη συμφωνία

Μια μπόρα διαφορετική αλλιώτικη απ’ τις άλλες
Αφήνουν στο μέτωπο σημάδια οι στάλες
Σμιλεύουν το πρόσωπο θαρρείς με το χρόνο
βαθιά το χαράζουνε μα δεν νοιώθω πόνο

Δίπλα στα κάστρα αργά περπατάω,
τα τείχη της πόλης με δέος κοιτάω
Τεράστιες πύλες για χρόνια ανοιχτές,
κοιμούνται ή πέθαναν οι κατακτητές

Μα περνώντας την πύλη η σκιά μένει πίσω
Μα κουράγιο δεν έχω για να την πείσω
Νοιώθει την πόλη πολιορκημένη κι έξω απ’ τα τείχη ελεύθερη μένει

Φτάνοντας έξω απ’ του Γιεντί- Κουλέ εγώ τα κάστρα
Κατάκοπος σταμάτησα να πάρω μιαν ανάσα
Μουσείο είπαν έγιναν κελιά, Γιεντί- Κουλές
Μα κλείνοντας τα μάτια μου ακούγονται φωνές

Μοιάζει με κλάμα γοερό από κρατούμενο παλιό που χρόνια εδώ ζούσε
Και το μπουφάν μου που φορώ εκείνος το φορούσε.

Σε λίγο το οδοιπορικό της νύχτας μου τελειώνει
Μοιάζουν οι μνήμες χνάρια σε παγωμένο χιόνι
Κι αν ζω πλέον ελεύθερος εκτίω την ποινή μου
Ισόβια η πόλη αυτή θα είναι το κελί μου!!!