Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γκρινιάρης

Το ποίημα αυτό το έγραψα για μένα ευτυχώς
Γι' αυτό μην παρεξηγηθεί κανένας αδελφός.
Αδικημένος νοιώθω εγώ το δίκιο μου με πνίγει
Κι αν το 'πα σε πρεσβύτερους, στον κόσμο τους εκείνοι.

Από υγεία ασθενής, τα χρέη μου μεγάλα
Προβλήματα με τα παιδιά, μην αναφέρω κι άλλα.
Τις συναθροίσεις δεν μπορώ να παρακολουθήσω,
Γι' αυτό πήρα απόφαση στο σπίτι να καθήσω.

Πώς να 'ρθω στη συνάθροιση ρωτάω την κυρά
Δεν βλέπεις πως οι αδελφοί κοιτούν ειρωνικά?
Όσο για τους ποιμένες μας καλοί στη θεωρία
Ξέρω καλά πως φέρονται έξω απ' την εκκλησία.

Βαρέθηκα τις συμβουλές να με χτυπούν στον ώμο
Μην κάνουν σπίτι πως θα 'ρθουν γιατί θα πάρουν δρόμο.
«Οι αδελφοί ανησυχούν, όλοι ρωτούν για σένα»
Μου λέει η γυναίκα μου με μάτια δακρυσμένα.

Το δάκρυ της που κύλησε μου θύμισε πολλά
Τη μέρα που βαφτίστηκα έκλαιγε από χαρά.
Μα αυτό το δάκρυ σήμερα κρύβει πόνο και φόβο
Μου λέει απομακρύνθηκες απ' του Θεού το δρόμο.

Μου θύμισε η γυναίκα μου σαν είχα αρρωστήσει
Όλοι αυτοί οι αδελφοί μας είχανε στηρίξει!
Μ' εκείνον τον πρεσβύτερο που 'χω αγανακτήσει
Σε κάποια δύσκολη στιγμή λεφτά μου 'χε δανείσει,
Κι αν δεν βρισκότανε αυτός μέσα θα μ' είχαν κλείσει!

Μα ο εγωισμός μου ισχυρός ψάχνει δικαιολογία
Εάν κατάντησα εδώ αλλού είναι η αιτία!
Από τη στάνη αν θα βγει τ' αρνί το τρώει ο λύκος
Αναρωτιέμαι άμα ζω, ή μ' έχει φάει μήπως?

Για ποιόν εγώ βαφτίστηκα, μάρτυρας τίνος είμαι?
Αφού μ' ελέγχει ο Θεός ειλικρινής ας είμαι.
Μάλλον δεν φταίνε οι αδελφοί, πρεσβύτεροι, διακονικοί
Μα ο κακός μου ο καιρός και μουρμουρίζω διαρκώς!