Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ταξίδι στο Χτες

Μ' όλους εσάς παρέα κάθομαι στο μπαλκόνι
Χυμό πίνουμε εξωτικό π' όλους μας χαλαρώνει.
Ο ήλιος είν' αδύναμος και πρόκειται να δύσει
Τη γνώριμη πορεία του πάλι ν' ακολουθήσει
Στη λίμνη που υπάρχει στο σπίτι μου μπροστά,
Το κόκκινό του χρώμα, όμορφα αντανακλά.
Δυο κάτασπροι κύκνοι κολυμπούν αργά
Γραμμή διαγράφουν μες στα νερά

Τριγύρω στη λίμνη φυτρώσανε βούρλα
Δεμένη μια ξύλινη υπάρχει βαρκούλα
Αργά ο ήλιος χάνεται τη θέση του τη δίνει
Σ' ένα φεγγάρι ολόγιομο, μια τέλεια σελήνη
Έναστρος πίνακας ο ουρανός,
το φεγγάρι στη λίμνη θαρρείς χύνει φως
Κάποιοι στη λίμνη κάνουν βαρκάδα,
κιθάρες ακούγονται και μία καντάδα

Στη ξύλινη γέφυρα δυο ζευγαράκια
πάνε κι ανάβουνε τα φαναράκια
Η λίμνη είναι υπέροχη την εποχή αυτή
με ανθισμένα νούφαρα είναι φανταστική
Μες της νυχτιάς τη σιγαλιά ακούγονται τριζόνια
της νύχτας οι τραγουδιστές μαζί με τα αηδόνια
Μα εμείς απολαμβάνουμε τη θέα απ' το μπαλκόνι
συζήτηση ανοίξαμε που μάλλον δεν τελειώνει

Πίσω γυρίσαμε το νου όλοι στο παρελθόν
σε κάποιο παλιοσύστημα που τώρα είν' απών
Δύο χιλιάδες πέρασαν χρόνια ή πιο πολλά
τότε που προσευχόμασταν προς τον Ιεχωβά:
«Να έρθει η Βασιλεία του ως ουρανό και γη,
Το ένδοξό του όνομα παντού να αγιαστεί».
Κάποιον απ' την παρέα ρωτάει ένα παιδί
Γεμάτο απορία, « πως ήταν η ζωή»;

«Τότε υπήρχαν γηρατειά, αρρώστιες και ο πόνος
Κι ο άδικος ανθρώπινος τότε υπήρχε νόμος»
«Σχεδόν η κάθε πόλη είχε νοσοκομείο
Κι απαραιτήτως έπρεπε να 'χει νεκροταφείο»

«Κοινωνικές υπήρχανε θυμάμαι τότε τάξεις
Κάποιοι ήτανε πλούσιοι κάποιοι για να τους κλάψεις»
Οι κυβερνήσεις βρώμικες κλοπές διαπλοκή.
Και στην ανηθικότητα πρώτοι οι κληρικοί»
«Οι νεαροί αλλόκοτα χτένιζαν τα μαλλιά τους
Τρυπούσανε τα φρύδια τους τη μύτη τα αυτιά τους»
«Σάπια από τη βάση της τότε η κοινωνία
Πόρνοι κι ομοφυλόφιλοι και η ψευδής θρησκεία»

Μα εμείς ακολουθήσαμε όλοι μας τον Χριστό
Παρ' όλα τα παθήματα μα και το διωγμό
Επτά εκατομμύρια σχεδόν σ' όλη τη γη
Θυμάμαι διακηρύτταμε θα 'ρθει καταστροφή

Κάποιους μας φυλακίσανε άλλους τους αγνοούσαν
Σαν άκουγαν Αρμαγεδδών ειρωνικά γελούσαν
Πάνω τους ο Αρμαγεδδών ξέσπασε μονομιάς
Μα δυστυχώς χαθήκανε και κάποιοι από μας

Σε όλους ήταν εμφανές είχαν κακιά πορεία
Βυθίστηκαν στον υλισμό και την πλεονεξία
Κι αν πέθαναν χιλιάδες απ' τον Αρμαγεδδώνα
Αμέτρητοι χαθήκανε μετά τα χίλια χρόνια

Τέλειοι ήταν όλοι τους μα παροδηγηθήκαν
Ξεχάσαν πως ο Σατανάς κι οι Δαίμονες λυθήκαν
Αυτοί που ήταν όσιοι μείναν πάνω στη γη
Ανάμεσα τους είμαι εγώ κι όλοι εσείς μαζί
Σε μία γη παράδεισο ζούμε ευτυχισμένοι
Κάποιοι περάσαν ζωντανοί μα και αναστημένοι
Κι αν ήταν ο παράδεισος, όνειρο μιας ζωής
Να εκπληρώνονται είδαμε τα λόγια της γραφής.
«Οι δίκαιοι θα κατοικούν στο πρόσωπο της γης»!