Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Όνειρο Ήταν ...

Από ένα όνειρο άσχημο θα ΄λεγα εφιάλτη
Πετάχτηκα εχθές αργά με τρόμο απ΄το κρεβάτι
Αιτία μάλλον ήτανε ότι έφαγα αργά
Στο σπίτι κάποιου αδελφού φίλου από παλιά
Ενώ τ’ άσχημα όνειρα θέλω να τα ξεχνώ
Αυτό με σας τους φίλους μου θέλω να μοιραστώ:
Πέρα από καταπράσινα λιβάδια και βουνά
Είδα ότι βρισκόμουνα εγώ κάπου μακριά
Γκρίζος ήταν ο ουρανός κι ο αέρας μολυσμένος
Το βήμα μου έσερνα βαρύ ήμουνα κουρασμένος
Από τις έξι το πρωί για να τα βγάλω πέρα
Για να σπουδάσω τους δυο γιους τη μία θυγατέρα
Η πόλη αφιλόξενη γεμάτη φασαρία
Στους τοίχους τα συνθήματα μου προκαλούν αηδία
Οι δρόμοι όλοι άσφαλτος και γύρω μου τσιμέντα
Για δέντρα και για πράσινο δεν γίνεται κουβέντα
Οι οδηγοί στ’ αμάξια τους είν’ εξαγριωμένοι
Κι οι νεαροί τριγύρω μου αλλόκοτα ντυμένοι
Ήχος αεροπλάνων το βλέμμα μου αποσπά
Πάνε να σβήσουν πυρκαγιές επάνω στα βουνά
Τον πνεύμονα της πόλης τον έκαψαν κι αυτόν
Κίνητρο ιδιοτελές στο χέρι εμπρηστών
Ακούγονται σειρήνες ενός ασθενοφόρου
Θύμα ένα παιδάκι είπανε τροχοφόρου
Η ζέστη ανυπόφορη μα πρέπει να βιαστώ
Στο σπίτι μου να πάω και να ξεκουραστώ
Στην εργασία αύριο δεν πρέπει να αργήσω
Πως είμαι εγώ εργατικός θα πρέπει να αποδείξω
Φοβάμαι μήπως άνεργος μείνω κι αλίμονο μου
Τα έξοδα μία θηλιά που σφίγγουν τον λαιμό μου
Τη σκάλα μπρος στο σπίτι μου με κόπο ανεβαίνω
Σ’ ένα παλιό τεσσάρι με δάνειο παρμένο
Θωρακισμένη πόρτα κι ένα συναγερμό
Βάλαμε να μη πέσουμε θύμα κακοποιών

Η σύντροφός μου έστρωσε αμέσως το τραπέζι

Κι εγώ άνοιξα την τι βι ειδήσεις μήπως παίζει
Πλημμύρες και τυφώνες κι ατέλειωτοι σεισμοί
Σ’ απελπισία βρίσκονται οι άνθρωποι στη γη
σκάνδαλα διατροφικά τρομάζουν το μυαλό μας
βρέθηκε ορυκτέλαιο στο ελαιόλαδό μας
Μια είδηση με άγχωσε κι ένοιωσα δυσφορία
Μου θύμισε το χρέος μου που ‘χω στην εφορία
Δεν πρέπει να αγχώνεσαι μου λέει η κυρά
Μου θύμισε το πρόβλημα που ‘χω με την καρδιά
Μα ήδη ήτανε αργά έγινε το κακό
Βρέθηκα σε μια κλινική για να χειρουργηθώ
Πριν χάσω τις αισθήσεις μου μπορώ να θυμηθώ
Ψέλλισα στη γυναίκα μου ότι την αγαπώ
Της ζήτησα να έχει, το νου της στα παιδιά
Μην απομακρυνθούνε απ’ τον Ιεχωβά!
Προσευχηθήκαμε μαζί πριν μπω στο χειρουργείο
Η επέμβαση ήταν δύσκολη το ξέραμε κι οι δύο
Τις πεποιθήσεις μου γνωστές κάναμε στο γιατρό
Χαμογελώντας μου ‘πε να μην ανησυχώ
Μα λίγο πριν η νάρκωση με πιάσει ολικώς
Πέντε φιάλες αίμα ζήτησε ο γιατρός
Πετάχτηκα και φώναξα γιατρέ δεν θέλω αίμα……
Μα ήμουν στο κρεβάτι μου και όλα ήταν ψέμα!
Όνειρο εφιαλτικό μ’ έκανε να ξυπνήσω
Με εικόνες απ’ το παρελθόν που έτυχε να ζήσω
Σιγά ανασηκώθηκα εγώ απ’ το κρεβάτι
Γιατί ο ύπνος μου ‘φυγε και που να κλείσω μάτι
Τέσσερις είναι το πρωί η φύση ησυχάζει
Μα ξέρω από κει ψηλά κάποιος πως με κοιτάζει
Με δάκρυα Τον ευχαριστώ που επέτρεψε να ζήσω
Και την πραγματική ζωή εγώ να αποκτήσω
Το ποίημα σαν την τωρινή, ζωή κι αυτό τελειώνει
Κι η μέρα του Ιεχωβά σύντομα ξημερώνει
Γι αυτό ας αγωνιζόμαστε μεγάλοι και μικροί
Θεού βραβείο να λάβουμε αιώνια ζωή!