Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Σήκω από την Γη

Είναι πρωί θαρρώ καλοκαίρι
Πώς βρέθηκα εδώ, αλήθεια ποιος ξέρει?

Κοιτάω τριγύρω κάτι να δω,
Σ' άγνωστο δάσος βρέθηκα εγώ.

Κανέναν δε βλέπω να 'ναι κοντά μου
Μα κάποιος φώναξε το όνομά μου
Με ήχο βελούδινο, μεταξένια φωνή,
Με πρόσταξε «ΞΥΠΝΑ» σήκω απ' τη γη!

Αμήχανος κάθισα σε μία πέτρα
Κρυφτό παίζει ο ήλιος πίσω απ' τα δέντρα.
Από ύπνο βαθύ νιώθω έχω ξυπνήσει
Μ' αρέσει που βρίσκομαι μέσα στη φύση!

Στενό μονοπάτι ακολουθώ
Από ένα δασάκι θέλω να βγω.
Ρυάκι στο πλάι μου με κρύο νερό
Δίψασα σκύβω λίγο να πιω.

Από ένα ξέφωτο που υπάρχει εδώ
Καταπράσινους κάμπους παρατηρώ
Λιβάδια που έχουν παπαρούνες πολλές
Μα νομίζω πως άκουσα φωνές παιδικές!

Τρομάζω στη θέα και κάνω πίσω,
Δεν το περίμενα να συναντήσω
Στο μονοπάτι μια λέαινα μ' ένα μικρό
Κοιτώντας με σκύβει και πίνει νερό!

Ακίνητος μένω και την κοιτώ
Κοντά μου έρχεται με το μικρό
Στα πόδια μου τρίβονται δεν αγριεύουν
Ήμερα είναι, χάδια γυρεύουν!

Το μονοπάτι κατηφορίζω
Το νου στο χθες για λίγο γυρίζω.
Να ουρλιάζουν θυμάμαι τα ελαστικά
Μια λάμψη μεγάλη, σκοτάδι μετά!

Και τώρα βρέθηκα στο δάσος αυτό
Μονοπάτι που 'ν' άγνωστο ακολουθώ.
Καθώς προχωράω πιο καθαρά
στα αυτιά μου φτάνουν γέλια πολλά!

Περιέργεια έχω που μεγαλώνει
Το μονοπάτι μπροστά μου σε λίγο τελειώνει.
Αν ονειρεύομαι τσιμπιέμαι να δω,
Κάτι περνάει απ' το μυαλό.

Παράδεισο γύρω μου θυμίζει η γη,
Λιοντάρι χάιδεψα λίγο πιο κει,
Κι η υπέροχη εκείνη μεταξένια φωνή?
Θεέ μου! Έχω αναστηθεί!!

Το βήμα μου πλέον δεν είναι αργό,
Τρέχοντας βγαίνω απ' το μονοπάτι αυτό.
Σκέφτομαι Θεέ μου ας αντικρίσω,
Όλους εκείνους που άφησα πίσω.

Εκείνους που είχα μες τη καρδιά μου
Τη σύντροφό μου και τα παιδιά μου!!

Αίθουσα ξύλινη βλέπω μπροστά μου
Μακριά μου δεν είναι μα ούτε κοντά μου.
Κοντοστέκομαι λίγο και παρατηρώ,
Υπάρχουνε άνθρωποι που κοιτούν προς τα δω!

Κάποιοι σηκώθηκαν και τρέχουν γοργά
Η καρδιά μου πιο γρήγορα τώρα χτυπά.
Φωνές που 'ναι γνώριμες νιώθω στ' αυτιά μου,
Ναι! Είν' η γυναίκα μου και τα παιδιά μου!!

Να τρέξω θέλω μα δε το μπορώ
Το βλέμμα σηκώνω στον ουρανό.
Στα γόνατα πέφτω να ευχαριστήσω
Εκείνον που φώναξε για να ξυπνήσω!

Απίστευτο φαίνεται, στην αγκαλιά μου,
Κρατώ τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου!
Πλημμύρισαν δάκρυα το πρόσωπό μας
Θα ευχαριστούμε αιώνια εμείς το Θεό μας!

Μες τον παράδεισο για πάντα θα ζούμε
και ποτέ μα ποτέ πια, δε θα χωριστούμε!!