Επίλογος

Τα ποιήματα γίναν πουλιά, κάτασπρα περιστέρια.
Χαίρονται ελεύθερα να ζουν στον αδελφών τα χέρια.

Μην ψάξεις ποιος τα έγραψε, έπαινο μην του δώσεις,
Άλλος δίνει το χάρισμα, αίνο σ' Αυτόν να δώσεις.

Στα χέρια του τα τρυφερά άφησα την καρδιά μου,
Και 'κείνη τον ευγνωμονεί μέσα απ' τα ποιήματά μου!!

ΜΑΝΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το Παλιό Βιβλίο

Στου λογισμού εχθές αργά βρήκα πάνω στο ράφι
Βιβλίο πολυσέλιδο που άγνωστος υπογράφει
Το Α και το Ε είχε μονογραφή ,
το έτος ’63 άρχισε η συγγραφή

Προσπάθησα να θυμηθώ στα χέρια μου πως ήρθε
Στο χρονοντούλαπο του νου, για πόσα χρόνια υπήρχε
Τη μνήμη αναμοχλεύοντας κρατώντας το βιβλίο
Θυμήθηκα τ’ αγόρασα απο παλαιοπωλείο

Φθαρμένο το εξώφυλλο, φύλλα κιτρινισμένα
Γράμματα καλλιτεχνικά κάπως ξεθωριασμένα.
Είναι κι αυτή η μυρωδιά απ’ τα παλιά βιβλία
Που άλλοτε κρύβει στεναγμούς άλλοτε νοσταλγία

Γυρνώντας το εξώφυλλο στην πρώτη τη σελίδα
Πόρτα στο μέλλον έγραφε μια επικεφαλίδα.
Γραμμένο για ασήμαντους και όχι για σπουδαίους
Γι αυτούς που είναι στη ζωή πρώτοι απ’ τους τελευταίους .

Άγνωστος και ασήμαντος είναι κι ο συγγραφέας
Μα είναι όμως κάτοχος μίας ωραίας θέας.
Καθώς απορροφήθηκα βλέποντας το βιβλίο
Ένοιωσα πως ταξίδευα μαζί του μ’ ένα πλοίο

Ιστιοφόρο ξύλινο με κάτασπρα πανιά
Με οδήγησε σε ήσυχα γαλήνια νερά
Στου νου το αδιέξοδο έμοιαζε με διέξοδο, κι έφυγα μακριά
Αφήνοντας ξοπίσω μου αυτό που με πονά.

Λόγια του ανέμου, παροιμίες της στάχτης,
Θεωρίες ανθρώπων , κουβέντες της λάσπης
Καθώς σελίδα γύρισα στου νου μου το βιβλίο
Στον όρμο όπως λεν του φεγγαριού σταμάτησε το πλοίο.

Μοιάζει μ’ ανεξερεύνητο νησί που ‘ναι παρθένο
Το συγγραφέα ακολουθώ εγώ και κατεβαίνω.
Στα χνάρια του πάνω πατώ μέσα απ’ τα μονοπάτια
σελίδα στο βιβλίο του τα νοερά μου μάτια.

Το πορφυρό ποτάμι περνά απο μπροστά μου
η ανεύρετη αγάπη που γύρευε η καρδιά μου.
Υδάτινους καθρέφτες μες τη νυχτιά θυμίζουν
λίμνες που τ’ αστέρια μέσα τους λαμπυρίζουν.

Δεν έχει εδώ υψίπεδα, ούτε αναβαθμίδες
μα ούτε νέφη βροντερά που κρύβουν καταιγίδες.
Εδώ οι στάλες της βροχής συνθέτουνε τραγούδια
κι απο το δάκρυ της χαράς ανθίζουνε λουλούδια.

Οι δρόμοι όλοι οδηγούν σ’ όμορφες παραλίες
σκέψεις, διάφανα νερά δίχως καχυποψίες.
Μα μέσα σε τούτο το νησί υπάρχουνε και άλλοι
παιδιά που είναι ορφανά και άνθρωποι μεγάλοι.

Μεταφερθήκανε εκεί απο το συγγραφέα
και ζούνε όλοι αρμονικά σαν μια καλή παρέα.
Νομίζω πως σε είδα και σένα να ‘σαι κει
απο τους πρώτους κάτοικους σε τούτο το νησί.

Γαλαζοπράσινα νερά σε κόλπο αβαθή
τα μονοπάτια σκιερά τελειώνουνε εκεί.
Σε λίγο όμως τελειώνει και τούτο το βιβλίο
που κρύβει μέσα του βαθιά το όμορφο τοπίο.

Μα πιο αρχιπέλαγος κρατά ετούτο το νησί?
Εγώ δεν τ’ ανακάλυψα μα δεν μ’ανησυχεί.
Κι όμως είν’ πραγματικό ετούτο το τοπίο
Το είδε ο συγγραφέας που ‘γραψε το βιβλίο.

ΜΑΛΛΟΝ ΘΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΤΟΥ
ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΙΓΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΘΩΡΑΚΑ ΤΟΥ!